Δημοσιονομικός χώρος για ποιους ; // Γράφει η Αννα Μεϊντάνη Λίβου*

Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Δώρα των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι απλώς μια δικαστική απόφαση. Είναι μια πολιτική και κοινωνική πρόκληση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Με την απόφαση 1201/2026, το ΣτΕ έκρινε συνταγματικά ανεκτή τη μη επαναφορά των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας, επικαλούμενο μεταξύ άλλων τη δημοσιονομική ευστάθεια και κρίνοντας ότι η μη καταβολή τους δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: Πόσο «αξιοπρεπώς» πρέπει να ζει ένας εργαζόμενος για να θεωρούμε ότι δεν δικαιούται τον μισθό που έχασε; Τα Δώρα δεν ήταν φιλοδώρημα. Ήταν μέρος του εισοδήματος των εργαζομένων. Καταργήθηκαν στα χρόνια των Μνημονίων ως μέτρο δημοσιονομικής προσαρμογής. Και σήμερα, χρόνια μετά την υποτιθέμενη έξοδο από τα Μνημόνια, ο εργαζόμενος εξακολουθεί να πληρώνει τον λογαριασμό.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπερασπίστηκε με ιδιαίτερη επιμονή ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση ότι η επαναφορά των Δώρων θα δημιουργούσε σημαντική και μόνιμη δημοσιονομική επιβάρυνση. Το επιχείρημα είναι γνωστό: «Δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος». Μόνο που η κοινωνία έχει δικαίωμα να ρωτήσει:
Δημοσιονομικός χώρος για ποιους; Γιατί όταν πρόκειται για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, το κράτος θυμάται αμέσως τα δημοσιονομικά όρια. Όταν όμως πρόκειται για ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις και σημαντικές αυξήσεις σε ανώτατες κατηγορίες λειτουργών, ο δημοσιονομικός χώρος φαίνεται να βρίσκεται. Μόλις δύο μήνες πριν από την απόφαση του ΣτΕ, ο ν. 5313/2026 προέβλεψε σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, καθώς και άλλων ειδικών κατηγοριών. Δεν υποστηρίζει κανείς ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν πρέπει να αμείβονται αξιοπρεπώς.

Η αξιοπρέπεια όμως δεν μπορεί να είναι προνόμιο των λίγων. Δεν μπορεί για κάποιους να υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης των αποδοχών τους και για τους υπόλοιπους να υπάρχει μονίμως η απάντηση «δεν αντέχει η οικονομία». Η οικονομία, άλλωστε, δεν είναι ένας απρόσωπος νόμος της φύσης. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Κάθε κυβέρνηση αποφασίζει πού θα κατευθύνει τους πόρους, ποιους θα ενισχύσει και ποιες κοινωνικές ανάγκες θα βάλει σε προτεραιότητα. Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν «βγαίνει ο λογαριασμός». Είναι ποιος πληρώνει τον λογαριασμό και ποιος παίρνει πίσω αυτά που του αφαιρέθηκαν. Η σημερινή απόφαση του ΣτΕ κλείνει έναν δικαστικό δρόμο. Δεν κλείνει όμως τον πολιτικό δρόμο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει συνταγματική υποχρέωση επαναφοράς των Δώρων. Δεν σημαίνει ότι η Πολιτεία απαγορεύεται να τα επαναθεσπίσει.

Άρα η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από τη Δικαιοσύνη. Μπορεί να αποφασίσει. Μπορεί να νομοθετήσει. Μπορεί να επαναφέρει σταδιακά τον 13ο και 14ο μισθό. Το έκανε η Πολιτεία σε άλλες περιπτώσεις όταν υπήρξε πολιτική βούληση. Οι εργαζόμενοι δεν ζητούν χάρη. Ζητούν πίσω ένα κομμάτι του μισθού τους. Η απόφαση του ΣτΕ μπορεί να κλείνει έναν δικαστικό δρόμο. Δεν πρέπει όμως να κλείσει τον πολιτικό δρόμο. Γιατί τελικά το ζήτημα των Δώρων δεν είναι λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και το ερώτημα είναι απλό: Θα συνεχίσουμε να λέμε ότι «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος» ή θα αποφασίσουμε επιτέλους ότι υπάρχει χώρος και για την αξιοπρέπεια εκείνων που ζουν από τον μισθό τους;

(*) δημοσιεύθηκε στην Ημέρα Ζακύνθου


Discover more from Ζάκυνθος - Σύγχρονη Αριστερά- Προοδευτική Ελλάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Απάντηση

Discover more from Ζάκυνθος - Σύγχρονη Αριστερά- Προοδευτική Ελλάδα

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Ζάκυνθος - Σύγχρονη Αριστερά- Προοδευτική Ελλάδα

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading